Σὰρλ Μπωντλαίρ

Posted: 20/06/2013 in ποίηση

 

Μέθα

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή…
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!…

Συνομιλία

Εἶσαι ὄμορφη σὰ ρόδινο τοῦ φθινοπώρου δείλι!

μὰ ἡ λύπη ὡς κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,

κι ἀφήνει ὅταν πισωδρομᾶ στὰ ράθυμά μου χείλη,

τῆς θύμησης τῆς πιὸ πικρῆς τὸν κατασταλαγμό.

 

Μάταια γλυστρᾷ τὸ χέρι σου στοῦ στήθους μου τὰ ψύχη·

καλή μου, κεῖνο ποὺ ζητᾶ ρημάδι ἐγίνη πιά,

ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τ᾿ ἄγριο τὸ δόντι καὶ τὸ νύχι.

Μὴ τὴ καρδιά μου πιὰ ζητᾶς, τὴ φάγανε θεριά.

 

Εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ἀνάκτορο, ἀπ᾿ ὄχλους ρημαγμένο·

μεθοῦν ἐκεῖ, σκοτώνονται, τραβιοῦνται ἀπ᾿ τὰ μαλλιά!

Μ᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος σου ἄρωμα βγαίνει, τὸ γυμνωμένο!…

 

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!

Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,

κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!

 

 

Ὕμνος

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου

ποῦ φῶς γεμίζει μου τὴ καρδιά,

στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,

ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

 

Δρυσοξεχύνεται μέσ᾿ στὴ ζωή μου

σὰν ἕνα ἀγέρι θαλασσινὸ

καὶ τὴν ἀχόρταγη φέρνει ψυχή μου,

σ᾿ ἀθανασίας πόθο τρανό.

 

Σὰ μυροφόρι πάντα σκορπίζει

στὴν ἀτμόσφαιρα γλυκιὰ εὐωδιά,

σὰ θυμιατήρι κρυφὰ καπνίζει

λησμονημένο μέσ᾿ στὴ νυχτιά.

 

Ἔρωτα ἀμόλυντε πῶς νὰ σοῦ γράψει

ὁ νοῦς τὶς χαρές της ἀληθινά;

Σπόρος τοῦ μόσχου ῾ναι ποὺ ῾χουνε θάψει

μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιά.

 

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου

πού ῾ναι ἡ χαρά μου κι ὅλη μου ἡ ὑγειά,

στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,

ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

 

 

Τὸ δηλητήριο

Τὸ κρασὶ ντύνει καὶ τὴ πιὸ ἄθλια τρώγλη

μὲ λαμπρὴ πολυτέλεια,

τὴ μεταμορφώνει σὲ χρυσὸ παλάτι

μὲ τὶς χρυσές, τὶς πορφυρὲς λάμψεις του

ποὺ μοιάζουν ἥλιο ποὺ δύει στὴν ὁμίχλη.

 

Τὸ ὄπιο μεταμορφώνει τὸ ἀπέραντο

μεγαλώνει τὸ ἀέναο

μακραίνει τὸν καιρό,

ἐπιμηκύνει τὸν καιρό,

βαθαίνει τὴ λαγνεία

καὶ τὶς σκοτεινές,

τὶς ἐρεβώδεις ἡδονὲς

ὁδηγεῖ τὴ ψυχὴ πέρα ἀπ᾿ τὰ σύνορα.

 

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ

μπροστὰ στὸ δηλητήριο ποὺ κυλᾶ

ἀπὸ τὰ μάτια σου -τὰ πράσινά σου μάτια λίμνες

καὶ μέσα τους ριγεῖ ἡ ψυχή μου καὶ ταράζεται

οἱ σκέψεις μου ὀρυμαγδὸς κι ὑψώνονται

πάνω ἀπὸ τὶς πικρὲς ἀβύσσους.

 

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ

μπροστὰ στὸ θαῦμα τὸ ὑπέροχο

τοῦ σάλιου σου ποὺ μὲ σπαράζει

ποὺ ρίχνει στὴ λήθη τὴ ψυχή μου

στὸν ἴλιγγο τὴν παρασύρει δίχως τύψεις

κι ἄπνοη τήνε σέρνει

στὴν ὄχθη τοῦ θανάτου…

 

Ὁ βρυκόλακας

Καθὼς οἱ δαίμονες μὲ τ᾿ ἄγριο μάτι,

θὰ σοῦ ξανάρθω σιγὰ στὸ κρεβάτι

καὶ θὰ γλυστρήσω κοντά σου ἀχνός,

σὰν τὰ φαντάσματα τῆς νυκτός.

 

Ξανὰ θὰ σοῦ δώσω μελαχροινή μου

σὰν τὸ φεγγάρι ψυχρὸ τὸ φιλί μου

καὶ χάδια τέτοια σὰν τοῦ φιδιοῦ

ποὺ σέρνεται πλάι σὲ τάφο νεκροῦ.

 

Καὶ μόλις φέξει ἡ αὐγὴ πελιδνὴ

τὴ θέση μου θὰ ῾βρεις ἐκεῖ ἀδειανὴ

καὶ κρύα ὡς ποὺ νὰ ῾ρθει πάλι τὸ βράδυ.

 

Ὅπως οἱ ἄλλοι μ᾿ ἀγκαλιὲς καὶ χάδι…

στὴ νιότη σου καὶ στὴ ζωή σου ἐδῶ

θὰ βασιλέψω μὲ τὴ φρίκη ἐγώ.

 

Ὁ θάνατος τῶν ἐραστῶν

Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·

ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·

στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,

ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.

 

Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,

οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί

θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους

στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.

 

Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ

θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,

σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

 

κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,

-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,

στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,

στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.

 

Ἡ ψυχικὴ αὐγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο

στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,

κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,

ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

 

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,

γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,

ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.

Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

 

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,

πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,

ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

 

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·

ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου

μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

 

 

Τὸ παλιὸ μπουκαλάκι

Σὰ σεντούκι ἀνοίξεις παλιό, ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολὴ φερμένο

ποὺ ἡ κλειδαριά του μορφάζει, τρίζοντας φρικτὰ

κι ἀπ᾿ αὐτὸ ξεχυθοῦν, μύρια ἀρώματα βαριὰ ποὺ ζαλίζουν

 

ἢ σὲ σπιτιοῦ ἐρημωμένου ντουλάπα παμπάλαιη

Σκονισμένο καὶ μαῦρο ξεβιδώσεις μπουκαλάκι

κι ἀπ᾿ αὐτὸ ἀναπηδήσει μία ψυχὴ μὲ λαχτάρα νὰ ἐπιστρέψει

 

Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη, ἐπιστρέφουν

-χρυσαλίδες ποὺ ἀστράφτουν, μὲ ὁρμὴ

τὰ γαλάζια καὶ ρὸζ σὰ μὲ γλάσο φτιαγμένα

φτερὰ τοὺς τινάζουν

 

ζαλισμένος τὰ μάτια σου κλείνεις

τὴ ψυχή σου ὁ ἴλιγγος νικημένη ἀδράχνει

μὲ ὁρμὴ τὴ σκουντᾶ σὲ βάραθρο μαῦρο

σκοτεινό, ἀπὸ ἀνθρώπινα μιάσματα γεμάτο

 

Στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ τήνε σπρώχνει

κεῖ ὅπου ὁ Λάζαρος ζέων, τὸ σάβανό του

μὲ δύναμη σκίζει καὶ τὸ πτῶμα ξυπνᾶ

γοητευτικὸ μὰ καὶ πένθιμο, μιᾶς ἀγάπης παλιᾶς ξεχασμένης

 

Κι ἐγὼ ἔτσι, ὅταν θὰ ῾χω ἀπ᾿ τὴ μνήμη τῶν γύρω χαθεῖ

καὶ θὰ μ᾿ ἔχουν πετάξει ραγισμένο, εὐτελὲς μπουκαλάκι

στὴ γωνιὰ μιᾶς ἀπαίσιας ντουλάπας λυπημένο καὶ βρώμικο

θολό, σκονισμένο

 

Τὸ φέρετρό σου θὰ ῾χω γίνει ἀγαπημένη μου ἀνομία,

μάρτυς ολεθριας δύναμης ποὺ πάνω μου, κάποτε ἀσκοῦσες

προσφιλὲς δηλητήριο ἀπὸ ἀγγέλους φτιαγμένο

ἡδύποτο ποὺ μοῦ κατέτρωγε τὴ καρδιὰ καὶ τὸ αἷμα.

 

Βραδινἁρμονία

Νάτοι, ξανάρθαν οἱ καιροὶ ποὺ στὸ κλαδὶ ἀνοιγμένο,

τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·

τὰ μύρα κι οἱ ἦχοι, ποὺ ἡ πνοὴ τοῦ ἀπόβραδου ἔχει σπείρει,

κυλᾶν σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!

 

Τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·

καὶ τὸ βιολί, σὰ μιὰ καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονησμένο,

ξεσπᾶ σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!

κι ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι.

 

Ξεσπάει τὸ βιολὶ ὡς καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονισμένα

καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι!

ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι

κι ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο…

 

Καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι,

ζεῖ μόνο ἀπ᾿ τὸ παρελθόν, ρημάδι φωτισμένο·

ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο …

Μέσα μου ὡς ἅγιο, ἡ μνήμη σου, λάμπει δισκοποτήρι!

πηγή πηγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s